ακροατής

[акроатис] ουσ. а. слушатель.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ακροατής" в других словарях:

  • ακροατής — ο (Α ἀκροατής) (Ν θηλ. ακροάτρια) [ἀκροῶμαι] 1. αυτός που ακούει κάποιον που μιλάει 2. αυτός που παρακολουθεί δημόσια ομιλία, θεατρική παράσταση, συναυλία, δίκη κ.λπ. νεοελλ. αυτός που παρακολουθεί πανεπιστημιακά ή άλλα μαθήματα χωρίς να είναι… …   Dictionary of Greek

  • ἀκροατής — ἀκροᾱτής , ἀκροατής hearer masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακροατής — ο θηλ. άτρια 1. αυτός που παρακολουθεί κάποιο ακρόαμα: Οι ακροατές καταχειροκρότησαν τον ομιλητή. 2. αυτός που παρακολουθεί μαθήματα χωρίς να είναι κανονικός σπουδαστής: Στην τάξη μας είχαμε και δυο ακροατές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀκροατά — ἀκροᾱτά̱ , ἀκροατής hearer masc nom/voc/acc dual ἀκροᾱτά , ἀκροατής hearer masc voc sg ἀκροᾱτά , ἀκροατής hearer masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακροώμαι — ἀκροῶμαι ( άομαι) (Α) 1. ακούω (κάποιον), κυρίως με προσοχή 2. προσέχω τα λεγόμενα κάποιου, δίνω προσοχή, υπακούω 3. (για γιατρούς) ακροάζομαι* 4. (μτχ.) ἀκροώμενος, η, ον α. αυτός που ακούει, που παρακολουθεί διαλέξεις, ο ακροατής β. αναγνώστης… …   Dictionary of Greek

  • ευακροάτης — εὐακροάτης, και εὐακροατής ὁ (Μ) αυτός που ακούει με προσοχή, ο ευμενής ακροατής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ακροατής (< ακροώμαι)] …   Dictionary of Greek

  • Ίνο, Μπράιαν — (Brian Peter George St. Baptiste de la Salle Eno, Γούντμπριτζ κομητείας Σάφολκ, Αγγλία 1948 –). Βρετανός μουσικός, συνθέτης, εκτελεστής και παραγωγός. Παρότι δεν είχε μάθει κανένα μουσικό όργανο, άρχισε να πειραματίζεται με πολυκάναλα μαγνητόφωνα …   Dictionary of Greek

  • ἀκροατάς — ἀκροᾱτά̱ς , ἀκροατής hearer masc acc pl ἀκροᾱτά̱ς , ἀκροατής hearer masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έλλειψη — Απουσία, ανυπαρξία· ανεπάρκεια, ατέλεια, ελάττωμα. Ο όρος έ. αναφέρεται σε ένα σχήμα λόγου, στο οποίο παραλείπονται μία ή περισσότερες λέξεις που εύκολα εννοεί ο ακροατής, με σκοπό να εκφραστεί συντομότερα ή πυκνότερα μια σκέψη. Αυτή η συντομία… …   Dictionary of Greek

  • ακουστής — ἀκουστής, ο (Α) [ἀκούω] 1. αυτός που ακούει, ο ακροατής 2. μαθητής, σπουδαστής …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.